Why Audiophiles Need to Care About Room Acoustics

 

Why Audiophiles Need to Care About Room Acoustics

 

Οι φίλοι της υψηλής μουσικής πιστότητας και αναπαραγωγής (Audiophiles), αφιερώνονται στην συνεχή βελτίωση και την τελειοποίηση της ποιότητας του ήχου που ακούνε από τα ηχητικά τους συστήματα. Αλλάζουν διασυνδέσεις και εξαρτήματα για να ακούσουν ηχητικές βελτιώσεις. Χρησιμοποιούν συνήθως γνωστές ηχογραφήσεις ως σημείο αναφοράς, για να τους βοηθήσει να προσδιορίσουν αν υπάρχουν ηχητικές βελτιώσεις.

Ένα βασικό κριτήριο για το πώς ακούγεται ένα ηχητικό σύστημα, εξαρτάται από την εγκατάσταση και την θέση των ηχείων. Μια εξίσου σημαντική πτυχή του set-up είναι το πόσο κοντά είναι τα ηχεία στο εμπρόσθιο τμήμα και τα πλευρικά τοιχώματα του δωματίου, καθώς και το πόσο κοντά είναι η κύρια θέση ακρόασης στο πίσω τοίχωμα.

Όταν γίνεται μια αναβάθμιση σε ένα ήχο-σύστημα συνήθως υπάρχει μια αισθητή βελτίωση στην ποιότητα του ήχου στη θέση ακρόασης, η οποία δικαιολογεί και την επένδυση. Δεδομένου ότι η διαδικασία αναβάθμισης εξελίσσεται, ενώ περιμένουμε από το καινούργιο μηχάνημα αισθητή ηχητική βελτίωση, που «πρέπει» να μας δώσει, τελικά δεν το κάνει ( ή πιστεύουμε ότι έκανε). Εδώ είναι που σταματά η εξέλιξη του εξοπλισμού του ηχητικού μας συστήματος.

Οι σχολιαστές Hi-end προϊόντων μπορεί να δίνουν τις κριτικές τους για ένα νέο προϊόν, αλλά τι γίνεται όταν δεν ακούμε την προσδοκώμενη ηχητική διαφορά στο χώρο μας; Υπάρχει κάποιο πρόβλημα με τον εξοπλισμό, τον κατασκευαστή, τον πωλητή ή τους σχολιαστές Hi-end προϊόντων; Μάλλον όχι προφανώς…

Μη έχοντας την ικανότητα να ανιχνεύσουν τυχόν περαιτέρω βελτιώσεις στο σύστημά τους, οι Audiophiles συχνά καταφεύγουν σε αναβαθμίσεις που δεν «βελτιώνουν» απαραίτητα τις επιδόσεις του ηχητικού συστήματος, και δεν δημιουργούν ανιχνεύσιμες αλλαγές στην ηχητική απόδοση. Ωστόσο, αυτού του στιλ οι “βελτιώσεις" γίνονται βαρετές μετά από λίγο, διότι προσθέτουν την ίδια έμφαση στο μουσικό αποτέλεσμα, καθιστώντας το ήχο μονοδιάστατο.

Για τους περισσότερους λοιπόν κάθε τέτοιου είδους αναβάθμιση είναι μια μεγάλη απογοήτευση. Ακούνε πολύ καλύτερη ηχητική απόδοση των συστημάτων τους σε άλλα δωμάτια, αλλά δεν φαίνεται να μπορούν να ακούσουν το ίδιο στο χώρο τους. Έτσι παραιτούνται από την ιδέα ότι μπορούν να φτάσουν σε καλύτερο ηχητικό αποτέλεσμα με το υπάρχον σύστημα.


Ας δούμε τι πραγματικά συμβαίνει.

Εάν υπάρχει μεγάλο επίπεδο θορύβου στο ηχητικό και τεχνικό μας υλικό, κανένας δεν μπορεί να έχει μία καθαρή ακρόαση. Το επίπεδο θορύβου ενός δίσκου βινυλίου βρίσκεται 40 dB από το επίπεδο του κυρίως σήματος. Στα μαγνητόφωνα τα πράγματα είναι λίγο καλύτερα, με το επίπεδο του θορύβου της μαγνητοταινίας (tape hiss) να βρίσκεται περίπου 60 dB χαμηλότερα από το επίπεδο του κυρίως σήματος. Και στην ψηφιακή εγγραφή-αναπαραγωγή, ο λόγος σήματος προς θόρυβο ξεπερνά τα 100 dB.

Το πρόβλημα δεν είναι αν ακούμε ή όχι το κυρίως μουσικό σήμα. Το πρόβλημα είναι να ακουστεί η λεπτή και ευαίσθητη μουσική λεπτομέρεια που υπάρχει σε ένα μουσικό έργο. Το κύριο μουσικό σήμα θα έχει πάντα μια ισχυρή τονική παρουσία που συνδυάζεται με δεκάδες χαμηλότερου επιπέδου μουσικά μέρη ή αρμονικούς ήχους. Κάποιες αρμονικές μουσικές αποχρώσεις, έχουν πολύ χαμηλό επίπεδο ηχητικής στάθμης. Όταν ακούμε ένα τέτοιο μουσικό μέρος από ακουστικά υψηλής ποιότητας, ακόμη και αυτά τα ήσυχα μουσικά μέρη είναι άμεσα εμφανή και διακριτά. Αλλά όταν η ίδια επιλογή αναπαράγεται μέσα σε ένα δωμάτιο από ένα σύστημα ήχου, οι πιο ήσυχες μουσικές λεπτομέρειες εξαφανίζονται, καθιστώντας την συμμετοχή τους στο συνολικό μουσικό αποτέλεσμα, πολύ μικρότερη.

Έτσι, μέσα από την ανάγνωση σε φόρουμ στο διαδίκτυο και συζητήσεις με φίλους αρχίζουμε και καταλαβαίνουμε ότι το πρόβλημα δεν μπορεί να είναι τα Hi End μηχανήματα του συστήματος μας, αλλά η ακουστική του δωματίου. Η ακουστική του δωματίου δημιουργεί ένα υψηλό επίπεδο θορύβου που κρύβει και συγκαλύπτει ηχητικά, τα χαμηλά μουσικά μέρη και τις μουσικές λεπτομέρειες.

Ένας μετρητής ήχου, μας δείχνει ότι η μουσική παίζεται συνήθως σε ένα επίπεδο στάθμης περίπου 75 dB (A-weighted). Αν για παράδειγμα το επίπεδο θορύβου, με την αναπαραγωγή της μουσικής κλειστή, είναι περίπου 25 dB (A-weighted), σημαίνει ότι υπάρχει ένας λόγος σήματος προς θόρυβο 50 dΒ στην ακουστική του χώρου. Αυτή είναι μία κανονική-σταθερή τιμή του λόγου σήματος προς θόρυβο.

Το πρόβλημα με την ακρόαση σε ένα δωμάτιο, είναι ότι όταν ακούμε τον ήχο, αυτός συνεχίζει να ανακλάται γύρω από το δωμάτιο έως ότου εξασθενήσει σταδιακά. Και η μουσική δεν είναι απλώς ένα ηχητικό γεγονός που ακολουθείται από μια σταδιακή εξασθένηση της αντήχησης. Υπάρχουν ξεχωριστά δυναμική ηχητικά συμβάντα ανά δευτερόλεπτο, καθένα από τα οποία ακολουθείται από τη δική του ξεχωριστή εξασθένηση της αντήχησης.

Σε μικρά δωμάτια χρειάζεται, κατά μέσο όρο, τουλάχιστον ένα δευτερόλεπτο για έναν συγκεκριμένο ήχο να εξασθενήσει τόσο, έτσι ώστε να γίνει μη ακουστός. Αναπαράγοντας μουσική σε μικρούς χώρους, αυξάνεται το επίπεδο θορύβου του χώρου, το οποίο αποτελείται από τα διάφορα επίπεδα αντήχησης της μουσικής που έχει παιχθεί, κατά τη χρονική διάρκεια του προηγούμενου δευτερολέπτου. Η ηχητική ισχύς αυτού του αυτο-ενισχυόμενου επίπεδου θορύβου, μπορεί να ισούται ή και να υπερβαίνει σε ηχητική στάθμη, το απευθείας παραγόμενο σήμα.

Όταν ακούτε μια ηχογράφηση σε ακουστικά υψηλής ποιότητας βιώνετε μια ηχητική μουσική εμπειρία, με πολύ χαμηλό επίπεδο θορύβου. Οι χαμηλής στάθμης μουσικές λεπτομέρειες υπάρχουν τυπικά σε ηχητική στάθμη στην περιοχή των -20 dB. Στα ακουστικά, οι χαμηλού επιπέδου μουσικές λεπτομέρειες είναι έντονα ακουστές, αλλά σε ένα δωμάτιο οι μουσικές αυτές λεπτομέρειες, υπερκαλύπτονται από το επίπεδο θορύβου του δωματίου.

Από τα παραπάνω καταλαβαίνουμε ότι για να φτάσουμε στο επίπεδο υψηλής μουσικής πιστότητας και αναπαραγωγής, δεν φτάνει μόνο η εξέλιξη της απόδοσης του συστήματος ήχου, αλλά πρέπει να εργαστούμε πάνω στην ακουστική του χώρου, και να μειώσουμε το επίπεδο θορύβου του.